Archive for the 'Thoughts' Category

The Digital Worlds – The Beauty of Maps

November 14, 2010

bankruptcy of architecture

September 4, 2010

This year’s kamworkshops used a provocative title: ‘the bankruptcy of architecture’ to open up an extended field of theoretical and architectural investigations. While one could enter the field through the definition of bankruptcy trying to create new ideas and relations with other more familiar concepts, a different entry point proved to be quite rich in content. The visit to OTE’s building in Chania provided information on a vast telecommunication system that left spaces and equipment discredited when it retreated to smaller scales and digital environments.

Follow the investigations and the informations collected during this 10 day workshop here.

archaelogy of telecommunications

Concrete Bag

August 29, 2010

June 16, 2010

Υποσημείωση στο Τεχνούργημα του Αστικού Χρόνου:

He who every morning plans the transaction of the day and follows out that plan, carries a thread that will guide him through the maze of the most busy life. But where no plan is laid, where the disposal of time is surrendered merely to the chance of incidence, chaos will soon reign.

Victor Hugo (1802 – 1885)

Bomb Phenomenology

May 29, 2010

Το βιβλίο από το εξώφυλλο

May 16, 2010

Ο Le Corbusier στην Αθήνα 99 χρόνια μετά το ταξίδι της Ανατολής

Η διαγώνιος του Le Corbusier: στην Αθήνα 99 χρόνια μετά το πρώτο ταξίδι from Stelios Giamarelos on Vimeo.

Το βράδυ της περασμένης Πέμπτης 13 Μαϊου 2010, είχα την χαρά να συμμετέχω στην συζήτηση που οργάνωσαν οι εκδόσεις Εκκρεμές στην Στοά του Βιβλίου, με αφορμή την έκδοση του καινούριου βιβλίου του Παναγιώτη Τουρνικιώτη, Η Διαγώνιος του Le Corbusier (Αθήνα: Εκκρεμές 2010). Υπό τον συντονισμό του Δημήτρη Φατούρου, συζητήσαμε με τον Γιάννη Τσιώμη, τον Ανδρέα Κούρκουλα, τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη και τον συγγραφέα για τον “Le Corbusier στην Αθήνα 99 χρόνια μετά το ταξίδι της Ανατολής”. Παραθέτω το σχετικό “πειρατικό” video της δικής μου συμβολής.

Στα ίχνη ενός φιλόσoφου του τόπου

March 20, 2010

Την Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009, η Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ φιλοξένησε τη διάλεξη του Καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Τασμανίας, Jeff Malpas, με θέμα: «Κατοίκηση, Τόπος, Κόσμος: Εισαγωγή στην Τοπολογία του Heidegger». Από τους γνωστότερους διεθνώς μελετητές του Γερμανού φιλοσόφου, ο Malpas στη διάλεξη του επιχείρησε να ιχνηλατήσει τη διαμόρφωση και σταδιακή επεξεργασία της έννοιας του τόπου εντός του πλαισίου της φαινομενολογίας που εισηγήθηκε ο Heidegger στη συνολική διάρκεια του έργου του. Θεωρώντας ότι έτσι συγκροτείται ένα είδος «νοητικού χάρτη» της εξέλιξης μιας σκέψης, ενός χάρτη που μπορεί και να φανεί χρήσιμος σε αρχιτέκτονες που επιμένουν να ανησυχούν και φιλοσοφικά, προτιθέμενοι να μελετήσουν και να εμβαθύνουν, πόσω μάλλον σε ένα θέμα που έτσι κι αλλιώς επιστρέφει διαρκώς, ιδιαίτερα έντονα δε στην μεταπολεμική προβληματική του αρχιτεκτονικού λόγου, καταθέτω εδώ σε διαγραμματική μορφή την ανάπτυξη του κεντρικού επιχειρήματος της διάλεξης αυτής.

Σύμφωνα με τον Malpas λοιπόν, πιθανώς σφάλλουμε όταν, κατά τα ειωθότα,  θεωρούμε τον Heidegger ως τον κατεξοχήν φιλόσοφο του Είναι. Ο Αυστραλός ερμηνευτής θεωρεί πολύ πιο γόνιμο να τον προσεγγίσουμε ως τον κατεξοχήν φιλόσοφο του τόπου. Στηρίζει την ερμηνεία του αυτή στην ανασκόπηση που επιχειρεί ο ίδιος ο Heidegger στο σύνολο του έργου του στα «Σεμινάρια Le Thor» του 1969. Ο ίδιος ο Γερμανός στοχαστής διακρίνει εκεί τρεις βασικές κατευθύνσεις της διαδρομής της σκέψης του, που αποτέλεσαν και τις κεντρικές θεματικές της φιλοσοφικής του διερεύνησης: (α) Νόημα, (β) Αλήθεια (ως το 1942) και (γ) Τόπος. Ο ίδιος ορίζει την «Τοπολογία του Είναι» ως σημείο τελικής κατεύθυνσης της σκέψης του.

Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης του ύστερου Heidegger, o Malpas ξαναδιαβάζει όλα τα προγενέστερα κείμενά του, προκειμένου να υφάνει αναδρομικά το νήμα της διαμόρφωσης αυτής της χαϊντεγγεριανής τοπολογίας. Στην πορεία αυτή, εντοπίζει τις εξής σημαντικές στάσεις:

1923/ Ontology: The Hermeneutics of Facticity – Ήδη από το κομμάτι του κειμένου αυτού που αναλύει φαινομενολογικά τη σχέση μας με ένα τραπέζι, μπορούμε να επιχειρήσουμε να σκεφτούμε ανάλογα και το αρχιτεκτόνημα. Υπό τη χαϊντεγγεριανή προοπτική, η αρχιτεκτονική θα συνιστούσε μάλλον ένα κόμβο, μία άρθρωση που κάνει τα πράγματα να «έλθουν κοντά». Το πράγμα είναι αυτό που κάνει τον κόσμο (ως συσχετιστική ολότητα) να υπάρχει. Η βασική ιδιότητα των πραγμάτων στη σκέψη του Heidegger είναι να “περισυλλέγουν”, συγκροτώντας έτσι συσχετισμούς.

1926/ Είναι και Χρόνος Σύμφωνα με την ανάγνωση του Malpas, ο Γερμανός στοχαστής δεν κάνει εδώ, όπως ο ίδιος νομίζει, επίκεντρό του τη χρονικότητα, αλλά την ιδέα του τόπου. Ο κόσμος στον Heidegger συγκροτείται σχεσιοκρατικά στη βάση δραστηριότητων. Όταν ο Heidegger αναδεικνύει το εργαστήρι του τσαγκάρη ως παραδειγματική έκφραση συγκρότησης ενός κόσμου στη βάση της χρονικότητας του αποβλεπτικού, ο Malpas βλέπει ακριβώς την χωρική οργάνωση του τόπου. Είναι και Χρόνος δεν μπορεί παρά να σημαίνει τελικά Τόπος, καθώς ο τελευταίος αποτελεί συμβάν της σύζευξης δραστηριότητας και χρόνου.

1929/ Kant and the Problem of Metaphysics

Ο Γερμανός στοχαστής Martin Heidegger θα έπρεπε να θεωρείται ο κατεξοχήν φιλόσοφος του τόπου, σύμφωνα με τον Jeff Malpas.

1936/ 8 Contributions to Philosophy (Beiträge) – Είναι, Τόπος, Κόσμος δεν είναι κόσμοι που ο άνθρωπος κάνει να υπάρχουν. Απεναντίας, αυτά ακριβώς είναι που επιδρούν στον άνθρωπο. Έτσι, ο κόσμος όντως επισυμβαίνει – όχι όμως από κάτι που γίνεται εντός του (δηλ. την ανθρώπινη δραστηριότητα). Απορρίπτει έτσι ο Heidegger οποιουδήποτε είδους κατασκευασιοκρατία και προκρίνει μία οντολογία σχεσιοκρατική – και όχι υποκειμενιστική.

1951/ Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι – Η απόλυτη σχέση του γνωστού χαϊντεγγεριανού τετραμερούς (θνητοί-θεοί, γη-ουρανός) που περιγράφεται στο Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι συμβαίνει πάντα μέσω ενός πράγματος, το οποίο ακριβώς και την αποκαλύπτει. Όλα τα στοιχεία του τετραμερούς στηρίζονται αλλά και εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Απουσία του ενός και μόνο από αυτά θα αρκούσε για να μην υπάρχει τίποτα. Η αρχιτεκτονική λοιπόν δεν μπορεί παρά να ποιεί τόπους και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στον τόπο. Πρόκειται δηλαδή για μία διαλεκτική δραστηριότητα σε διαρκή εμπλοκή και συνάφεια με τον κόσμο και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για την επιβολή ενός συγκεκριμένου οράματος από την πλευρά του δημιουργού. Ο Heidegger μάλιστα στη συγκεκριμένη περίσταση συνέγραψε τη συγκεκριμένη διάλεξη με ρητή την πρόθεση να απαντήσει κριτικά στους μεταπολεμικούς αρχιτέκτονες του Διεθνούς Στυλ.

1959/ Η χαϊντεγγεριανή έννοια του Gelassenheit δε θα έπρεπε να συγχέεται με την παθητικότητα. Είναι μία κατεξοχήν ενεργητική στάση, καθώς, όπως είδαμε νωρίτερα, προϋποθέτει την εμπλοκή με τον κόσμο, μία στάση που δεν επιβάλλεται επ’ αυτής της σχέσης αλλά συμπνέει μαζί της.

1969/ Seminar in Le Thor

Αν και το ερώτημα του τρόπου με τον οποίο η σκέψη του Heidegger μπορεί να τροφοδοτήσει τον αρχιτέκτονα της σύγχρονης εποχής παραμένει ανοιχτό, η απάντησή του δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει μία εναργή ερμηνευτική απόδοση του έργου του. Εκεί ακριβώς είναι που φαίνεται και να συμβάλλει η εργασία του Malpas και να εμπλουτίζει τον ορίζοντα της κατανόησής μας ενός από τους πλέον σημαντικούς φιλοσόφους του περασμένου αιώνα.

Σημειώσεις από μία διάλεξη για την ποίηση και την αρχιτεκτονική

February 15, 2010

Το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου 2009, στο Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, φιλοξενήθηκε η διάλεξη του Παναγιώτη Τουρνικιώτη με θέμα «Ποίηση και αρχιτεκτονική». Παρακάτω θα ήθελα να μοιραστώ τις σημειώσεις που κράτησα από τη βραδιά εκείνη και να παραθέσω κάποιες δικές μου σκέψεις στον απόηχο της διάλεξης αυτής.

Μετά από κάποιες πιο γενικές εισαγωγικές παρατηρήσεις για τη δυνατότητα διαμόρφωσης σχέσεων μεταξύ αρχιτεκτονικής και ποίησης, αλλά και ποίησης και αρχιτεκτονικής – μία από τις οποίες επικεντρώθηκε στον ομηρικό ημίθεο Πρωτεσίλαο της β’ ραψωδίας (που σκοτώνεται «πρώτος προτού ολοκληρώσει το σπίτι του») και τον παραλληλισμό ενός ημίθεου με ένα ημιτελές αρχιτεκτόνημα – η διάλεξη διαρθρώθηκε θεματικά, αλλά και γεωγραφικά, σε δύο μέρη.

Στο πρώτο διερευνήθηκε η σχέση που διατηρούν με τον ποιητικό λόγο οι έλληνες αρχιτέκτονες, Δημήτρης Πικιώνης και Άρης Κωνσταντινίδης, καθώς και εκείνη που αναπτύσσουν με την αρχιτεκτονική επίσης έλληνες ποιητές. Δεν παραλείφθηκε η αναφορά σε ποιητικές απόπειρες δασκάλων αρχιτεκτονικής, όπως ο Π. Μιχελής (Ανάθεμα, Δήλος Άδηλος) και Δ. Α. Φατούρος (Δοκίμια Ποίησης, Στο Μεταίχμιο).

Στο «Πρόβλημα της Μορφής», το εκτενέστερο δοκίμιο του Δημήτρη Πικιώνη, που διερευνά την παράδοση στην ελληνική, φράγκικη και μουσουλμανική εκδοχή της, ακριβώς για να φτάσει τελικά να συγκροτήσει τη δική του πρόταση για την σύγχρονη αρχιτεκτονική, η ποίηση (ήδη παρούσα στην προμετωπίδα του κειμένου, πριν την ξανασυναντήσουμε στο κυρίως σώμα του) προκρίνεται ως ο ιδανικός κριτής της μορφής, καθώς η τελευταία δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μελωδία σχημάτων ποιητική». Οι ποιητές είναι αυτοί που είδαν ορθά, καθώς πρόβαλαν, μέσα από λέξεις και παρομοιώσεις, εικόνες-πλαστικά επιτεύγματα. Είναι ακριβώς στην ποίηση που συνοψίζεται με ιδεώδη τρόπο η αναζήτηση του αληθινού του κάθε λαού.

Στο σώμα του κειμένου της Σύγχρονης αληθινής αρχιτεκτονικής του Άρη Κωνσταντινίδη, εντοπίστηκαν 100 συνολικά παραθέματα, 21 από τα οποία προέρχονται από την πένα λογοτεχνών και ποιητών, οι οποίοι ακριβώς «επειδή είναι ποιητές», βλέπουν τις αιώνιες και πάντα σύγχρονες αλήθειες. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι [«Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», Στοχασμοί του ποιητή (μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά). Ποιήματα. Ίκαρος, 1961] του Δ. Σολωμού αποτελούν βασική πηγή των δέκα δικών του παραθεμάτων.

Από την αντιπαράθεση των κειμένων των δύο ελλήνων αρχιτεκτόνων προκύπτει μία κοινή προσέγγισή τους αναφορικά με την σχέση του αρχιτέκτονα με το βάθος του χρόνου: Δημήτρης Πικιώνης και Άρης Κωνσταντινίδης αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα γραφτά και στα κτισμένα του παρελθόντος. Δίνουν και οι δύο την απάντηση, που είναι «της ψυχής [τους] το μέτρο».

Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον εστιάστηκε στον ποιητικό λόγο που στράφηκε στην αρχιτεκτονική, κυρίως κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Μέσα από τα Ποιήματα του 1933 του Οδυσσέα Ελύτη αναδύεται το ελληνικό καλοκαίρι και συνάμα η λατρεία για την μητρόπολη που καταφθάνει (σε μία σχέση ταυτοχρονίας με το 4ο CIAM που φτάνει στην Ελλάδα, εστιάζοντας περίπου στα ίδια θέματα εκείνη την εποχή). Η αισιόδοξη εκδοχή του νέου μητροπολιτικού βίου, όπως αυτή συνοψίζεται στον ιδεότυπο της πολυκατοικίας, θα αποκτήσει την ποιητική της μορφή και στο έργο του Πάνου Σπάλα (1938). Και ενώ η Σινώπη παρουσιάζεται ως η αόρατη πόλη της ιδανικής ουτοπίας στην ποιητική συλλογή Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν του Ν. Εγγονόπουλου, στην Οκτάνα του Α. Εμπειρίκου η αναφορά στο πολεοδομικό ανάλογο είναι κυριολεκτική: Η νέα πόλις, απ’ όπου εξορίζονται τα μαθηματικά και η αυστηρότητα της ορθής γωνίας, θα κτιστεί από όλους τους ανθρώπους κι όχι από αρχιτέκτονες, πάσχοντες από φιλαυτία. Σε αντίθεση, όμως, με τις περιπτώσεις Πικιώνη-Κωνσταντινίδη, η αρχιτεκτονική δεν αποτελεί για τους ποιητές την μόνη εκείνη περιοχή που θα επικυρώσει και την μόνη αναντίρρητη αλήθεια των δικών τους λόγων. Παρέχει απλά αφορμές από την πραγματικότητα της επικαιρότητας.

Το δεύτερο μέρος της διάλεξης επικεντρώθηκε στον Le Corbusier. Επιχειρήθηκε η σύνδεσή του με «Το Κοράκι» (1845) του Edgar Allan Poe «Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης» (1846). Εκεί ο Poe αναλύει τη συνθετική διαδικασία, μεταφράζοντας τη δυνάμει σε επίλυση μαθηματικού προβλήματος.

Εικονογράφηση του Gustave Doré για το Κοράκι του Ε. Α. Poe.

Στο έργο του, Poésie sur Alger, ο Le Corbusier, που αντιμετωπίζει την ποίηση ως ζωογόνο δύναμη των λαών, εικονογραφεί το πολεοδομικό του όραμα με ποιητικές εικόνες. Η ποίηση του Αλγερίου δεν είναι τίποτε άλλο από το ρυθμιστικό του σχέδιο, που αναμένει την ενσωμάτωσή της στα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά γεγονότα του Αλγερίου. Στη συλλογή λιθογραφιών και ποιημάτων, Le poéme de l’ Angle Droit, λόγος και εικόνα συγκροτούν μία ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική, την αρχιτεκτονική-ποίημα που κατορθώνει να συγκεράσει περιβάλλον, πνεύμα, σάρκα, χαρακτήρα και εργαλεία. Ο Le Corbusier επεξεργάζεται τους όρους της αρχιτεκτονικής σύνθεσης εντός μιας ευρύτερης ποιητικής-πολιτισμικής παραγωγής. Φτάνοντας στο τέλος της διάλεξης, ποίηση και αρχιτεκτονική αναδείχθηκαν να συναντιούνται στον κοινό τους παρονομαστή, αυτόν των τεχνών του δημιουργείν. Δεν είναι δε απολύτως ξεκάθαρη και δεδομένη η συγκρότηση μίας στενότερης σχέσης τους, καθώς δε φαίνεται να μπορεί να αναπτυχθεί ένα σύστημα «ένα-προς-ένα» αντιστοίχησης και στενότερης σύνδεσης των δύο. Ακριβώς, όμως, σε αυτή την εν εντάσει αλληλεπίδραση της διαφοράς έγκειται και το ενδιαφέρον της συνάντησης ποιητικού και αρχιτεκτονικού λόγου.

Νομίζω, όμως, ότι τα δύο μέρη της ομιλίας εκβάλλουν συμπερασματικά και σε μία περαιτέρω προβληματική: Στην περίπτωση Πικιώνη και Κωνσταντινίδη που εξετάστηκε στο πρώτο μέρος, η προσφυγή στην ποίηση αναζητά στην ουσία το θεμέλιο του αληθινού που θα αναλάβει και το βάρος της ανέγερσης του προσωπικού αρχιτεκτονικού λόγου στη συνέχεια, ενώ η ποίηση δε φαίνεται να αξιώνει κάτι τέτοιο προσφεύγοντας στην αρχιτεκτονική (πλην ίσως μίας ακόμη καθαρά θεματικής αφορμής εκδίπλωσης του δικού της λόγου). Υπό αυτή την έννοια, η αρχιτεκτονική φαίνεται να υστερεί σε σχέση με τον ποιητικό λόγο, τον οποίο και χρειάζεται για να την θεμελιώσει. Στην περίπτωση, όμως, του συσχετισμού του Le Corbusier με τον Poe παρατηρούμε ότι και οι δύο δημιουργοί επιχειρούν να θεμελιώσουν τους λόγους τους στις μαθηματικές αναλογίες των αρμονικών σχέσεων και των πλατωνικών στερεών, των ίδιων δηλαδή μαθηματικών που υπενθυμίζουμε ότι ο Εμπειρίκος εξοστράκιζε από την Οκτάνα του (εκδικούμενος πιθανώς έτσι και τον Πλάτωνα που θα τον είχε επίσης εξορίσει από τη δική του Πολιτεία). Σε ένα τέτοιο πεδίο, η αρχιτεκτονική θα ανακτούσε μία προνομιακή σχέση έναντι της ποίησης, καθώς η ίδια διατηρεί τη δική της ισχυρή σύνδεση με τα μαθηματικά ως εργαλεία χειρισμού βασικών μετρικών σχέσεων των χώρων. Είναι πολύ δυσκολότερο για τον Poe να μεταγράψει ολοκληρωτικά το Κοράκι σε μαθηματική εξίσωση. Στον απόηχο της διάλεξης αυτής, θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να συνεξετάζαμε πώς θεμελιώνουν και οι νεοέλληνες ποιητές τον δικό τους λόγο.Ο Le Corbusier και το ποίημα της ορθής γωνίας

Όταν τα κόμικς συνάντησαν την φιλοσοφία

April 25, 2009

Η κυκλοφορία του Logicomix αποτέλεσε αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα νέα για την ελληνική σκηνή των κόμικς την χρονιά που μας πέρασε. Η ίδια του η έκδοση – ολοκληρωμένου και κατευθείαν στην μορφή του graphic novel των 350 σελιδών – σηματοδοτεί μία τομή για τα ελληνικά δεδομένα, τόσο λόγω μεγέθους όσο και λόγω της ιδιαίτερης θεματολογίας του συγκεκριμένου κόμικ. Το εκδοτικό ρίσκο φαίνεται ότι απέδωσε, καθώς το Logicomix παραμένει σταθερά στις λίστες με τα ευπώλητα επτά ολόκληρους μήνες μετά την κυκλοφορία του. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε ίσως να ενθαρρύνει και νέους καλλιτέχνες να δοκιμάζουν την τύχη τους σε παρόμοιους δημιουργικούς δρόμους και να τολμούν να χτυπούν τις πόρτες των εκδοτών, χωρίς να προεξοφλούν το ενδεχόμενο της έκδοσής του πονήματός τους ως ευσεβή, αλλά μάταιο πόθο. Ακόμη και μόνο από μία τέτοια σκοπιά, λοιπόν, το Logicomix διαμορφώνει νέα δεδομένα για την ελληνική σκηνή των κόμικς.
Logicomix cover

Απόστολος Δοξιάδης, Ηλίας Παπαδημητρίου, Αλέκος Παπαδάτος, Annie di Donna, Logicomix, Ίκαρος 2008

Η επιτυχία δεν είναι κάτι που έρχεται τυχαία, βεβαίως. Το Logicomix είναι το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, συνολικής διάρκειας έξι χρόνων, των σεναριογράφων Απόστολου Δοξιάδη και Ηλία Χ. Παπαδημητρίου και των καλλιτεχνών Αλέκου Παπαδάτου και Annie di Donna. Το εξαιρετικά επιμελημένο τελικό αποτέλεσμα περιλαμβάνει εν είδει παραρτήματος σύντομα βιογραφικά σημειώματα των βασικών πρωταγωνιστών της ιστορίας, ένα λεξικό των φιλοσοφικών όρων καίριας σημασίας, καθώς και ενδεικτική βιβλιογραφία για τους αναγνώστες που θα θελήσουν να εμβαθύνουν στην συναρπαστική περιπέτεια της αναζήτησης των θεμελίων της λογικής. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το Logicomix καλύπτει πλήρως τις ανάγκες για τις οποίες δημιουργήθηκε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Απόστολος Δοξιάδης επιχειρεί μία μορφή «εκλαϊκευμένης» φιλοσοφίας ή επιστήμης μέσα από το έργο του. Το πολύκροτο μυθιστόρημά του, Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ (Καστανιώτης, 1993, επανέκδοση 2001), αλλά και το θεατρικό του έργο, Η δέκατη έβδομη νύχτα (ανέβηκε σε σκηνοθεσία Αντώνη Καφετζόπουλου σε Αθηναϊκή θεατρική αίθουσα την περίοδο 2006-2007. Το σενάριο του έργου περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Απόστολου Δοξιάδη, Από την παράνοια στους αλγόριθμους – Η Δέκατη Έβδομη Νύχτα και άλλες διαδρομές, Ίκαρος 2006), ασχολούνται σε γενικές γραμμές με την ίδια θεματολογία και μοιράζονται τους ίδιους πρωταγωνιστές με το Logicomix. Συνιστούν έτσι μία άτυπη τριλογία που φωτίζει διαφορετικές κάθε φορά πλευρές της ίδιας γενικότερης ιστορίας. Προφανώς, η περιπέτεια της αναζήτησης των θεμελίων της λογικής και η θεαματική απόδειξη του θεωρήματος της μη πληρότητας από τον Κουρτ Γκέντελ είναι ιστορίες που έχουν σαγηνεύσει τον μαθηματικό-συγγραφέα και συγκροτούν τις βασικές αφηγηματικές εμμονές του. Έτσι, ενώ για τον λογοτεχνικό αναγνώστη η πένα του Δοξιάδη φαίνεται να στερείται τις πιο συνήθεις εκφραστικές αρετές, αντισταθμίζει την έλλειψή της αυτή μέσα από σενάρια που καταφέρνουν να κρατούν το ενδιαφέρον για την εξέλιξη της πλοκής τους και τους βασικούς τους ήρωες. Πώς ακριβώς, όμως, εκμεταλλεύεται τις ιδιαίτερες δυνατότητες της διαφορετικής φόρμας που κάθε φορά χρησιμοποιεί (μυθιστόρημα, θεατρικό έργο, κόμικς) για να αποδώσει με ενάργεια τις ιδέες αυτές;
Logicomix Hilbert

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του κόμικ, μένουμε με την εντύπωση ότι η ιστορία της δημιουργίας της ιστορίας κόμικ που διαβάζουμε (που αναπτύσσεται ως αφήγηση μέσα στην βασική αφήγηση του Logicomix που περιστρέφεται κυρίως γύρω από τον Bertrand Russell) δεν εξυπηρετεί κανένα άλλο σκοπό, πλην του να καταφέρει να μας παρουσιάσει και την πιο αισιόδοξη οπτική του Παπαδημητρίου απέναντι στην κατάληξη αυτής της περιπέτειας της σκέψης: ο βασικός στόχος απόλυτης θεμελίωσης της λογικής μπορεί να απέτυχε, άνοιξε όμως νέους δρόμους στην ανάπτυξη της λογαριθμικής σκέψης και των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Δεν θα μπορούσε, όμως, αυτή η προοπτική να έχει ενταχθεί στην βασική ιστορία του Russell, αποκαλύπτοντας την άλλη της όψη; Η απάντηση εδώ φαίνεται να είναι μάλλον ότι ο Δοξιάδης έχει μία πολύ συγκεκριμένη άποψη για την εξέλιξη όλης αυτής της ιστορίας που τον έχει απασχολήσει ξανά και ξανά και δεν μπορεί παρά να την διηγηθεί όπως εκείνος θέλει. Μία εναλλακτική αφήγηση σαν αυτή που προτείνει ο Παπαδημητρίου θα απαιτούσε μάλλον εστίαση σε διαφορετικά σημεία της ιστορίας και πιθανώς την λεπτομερέστερη ανάπτυξη άλλων αφηγηματικών νημάτων, που γρήγορα θα ξεστράτιζαν από την δική του βασική ιδέα να αναδείξει μέσα από αυτή την ιστορία την ένταση του διπόλου λογικής-τρέλας. Έτσι, ο Δοξιάδης προτιμά να αφηγηθεί την βασική ιστορία με τον δικό του τρόπο αφήνοντας απλές νύξεις για μία διαφορετική οπτική μέσα από τις παρατηρήσεις του Παπαδημητρίου στα ιντερμέδια μίας αφήγησης-μέσα-στην-αφήγηση που διαφωτίζει σημεία της κεντρικής φιλοσοφικής συζήτησης και αμβλύνει τους ρυθμούς της.

Αν η μορφή του κόμικ προσφέρει κάτι σε μία αφήγηση τέτοιου είδους, αυτό είναι σίγουρα η πρόκληση του να εκφράσει κανείς τις αφηρημένες φιλοσοφικές ιδέες σε εύγλωττα σκίτσα, που δρουν συμπληρωματικά σε ένα αντιληπτικό σχήμα που συνδυάζει τον γραπτό λόγο και την εικόνα. Κι όμως, η ανάπτυξη των βασικών φιλοσοφικών επιχειρημάτων που πρωταγωνιστούν στις σελίδες του Lοgicomix επιμένουν να στηρίζονται αποκλειστικά στον γραπτό λόγο – είναι εξαιρετικά σπάνιες οι περιπτώσεις που συνδράμουν στην σαφήνειά τους και κάποια σκίτσα. Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί ακριβώς να αφηγούμαστε αυτή την ιστορία σε μορφή κόμικς και όχι στην κλασική μυθιστορηματική φόρμα; Ελπίζω όχι μόνο επειδή στα ράφια των βιβλιοπωλείων υπάρχει ήδη αυτό το μυθιστόρημα και λέγεται ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ. Ακόμη δηλαδή κι αν ο Δοξιάδης επιχειρεί να μας πείσει ότι υπάρχει σοβαρός λόγος που τον ωθεί να χρησιμοποιήσει την γλώσσα των κόμικς ως την μόνη κατάλληλη για να αφηγηθεί την ιστορία των ανθρώπων που αναζήτησαν τα θεμέλια της λογικής (όχι μόνο στις αρχικές σελίδες του ίδιου του βιβλίου, αλλά και με κάθε ευκαιρία παρουσίασης του στο ευρύ κοινό, όπως λ.χ. εκείνη στο Μουσείο Μπενάκη τον περασμένο Οκτώβρη), τελικά δεν καταφεύγει ποτέ με έναν πιο ουσιαστικό τρόπο στις ιδιαίτερες δυνατότητες του μέσου που χρησιμοποιεί.
Logicomix Wittgenstein

Μπορούν, όμως, τα κόμικς να χρησιμοποιηθούν με τον τρόπο που μόλις υπαινιχθήκαμε; Ακόμη κι αν δεχθούμε την μάλλον ακραία θέση ότι οι αφηρημένες φιλοσοφικές ιδέες ανήκουν στο πεδίο του μη-αναπαραστήσιμου και άρα η πλήρης απόδοσή τους με την μορφή εικόνων καθίσταται πρακτικά αδύνατη, ίσως μπορούμε τουλάχιστον να τις προσεγγίσουμε μέσα από σκίτσα που κατορθώνουν να συμπυκνώνουν το νόημα τους και να μας τις παρουσιάζουν με έναν εύληπτο τρόπο – πάντα συμπληρωματικό και όχι με προθέσεις να αντικαταστήσει τον γραπτό λόγο, βέβαια. Εκεί ακριβώς δεν συγκεντρώνεται και η δύναμη του κόμικ ως μέσου του λόγου, άλλωστε;
Action Philosophers covers

Fred Van Lente, Ryan Dunlavey, Action Philosophers, Evil Twin Comics 2005-2007

Μία τέτοια προσέγγιση στο ερώτημα που εγείρει η συνάντηση της φιλοσοφίας με τα κόμικς αποτελεί η σειρά Action Philosophers των Fred Van Lente και Ryan Dunlavey (ολοκληρώθηκε σε 9 τεύχη που κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ την περίοδο 2005-2007 και μπορεί κανείς να βρει σήμερα συγκεντρωμένα σε 3 τόμους). Από τις 90 περίπου σελίδες του καθενός από αυτούς, παρελαύνουν 37 συνολικά στοχαστές – από τον Πλάτωνα έως τον Derrida και από την Ayn Rand έως τον John Stuart Mill – σε σύντομες ιστορίες που επιχειρούν να παρουσιάσουν τις βασικότερες φιλοσοφικές τους θέσεις με εύληπτο και ευσύνοπτο τρόπο – που ταυτόχρονα δεν στερείται μίας χιουμοριστικής διάθεσης. Επιτρέποντας στους εαυτούς τους μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία σε σχέση με το πρωτογενές τους υλικό (που συνήθως τους παρέχεται από εισαγωγικά εγχειρίδια στο έργο σημαντικών στοχαστών), οι Van Lente και Dunlavey συγκροτούν αφηγήσεις που χρησιμοποιούν τον γραπτό λόγο και την ακολουθία των εικόνων σε μία σχέση παράλληλης έντασης, που εκφράζεται ποικιλοτρόπως προκειμένου να αναδείξει τον πλούτο μιας φιλοσοφικής θέσης- άλλοτε ως αμοιβαία συμπλήρωση, σχολιασμός, μεταφορά με σύγχρονους όρους ή και ειρωνική αντίθεση. Ακόμη και η ίδια η μορφή που επιλέγουν να δώσουν στην φιγούρα του στοχαστή που κάθε φορά παρουσιάζουν ή ακόμα και το πλαίσιο της ίδιας της αφήγησής τους αποτελεί συχνά ένα εύστοχο σχόλιο που αναφέρεται στις γενικότερες θέσεις του.
Action Philosopher Derrida

Logicomix και Action Philosophers, λοιπόν, αποτελούν τα αρτιότερα δείγματα μίας σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής που επιχειρεί να φέρει σε επαφή τους χώρους των κόμικς και της φιλοσοφίας: μίας επαφής που ενέχει δυνατότητες ανοίγματος και των δύο χώρων σε ένα διαφορετικό κοινό. Το Logicomix είναι η μυθιστορηματική αφήγηση των 300 σελίδων που επιχειρεί να αποδώσει το εγχείρημα της απόλυτης θεμελίωσης της λογικής και συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις των μεγάλων περιπετειών –εν προκειμένω, εκείνης της εξέλιξης της σκέψης και των ανθρώπινων φορέων της του πρώτου μισού του 20ου αιώνα- που ίσως επιθυμήσουν να διερευνήσουν περαιτέρω και τις διασυνδέσεις τους σε φιλοσοφικά ή άλλα αφηγηματικά νήματα που φτάνουν ως την εποχή μας. Ο πιο άτυπος και εισαγωγικός χαρακτήρας των Action Philosophers παρέχει την ευκαιρία για διασκεδαστικές δεκασέλιδες ματιές σε χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της φιλοσοφικής σκέψης ανά τους αιώνες. Χωρίς να λησμονούν ούτε στιγμή ότι μιλούν την γλώσσα των κόμικς και όχι των βιβλίων και, συνεπώς, αναπτύσσοντας μία πολύ ιδιαίτερη θεώρηση, συγκροτούν πορτρέτα στοχαστών που συνθέτουν ένα πολύ πρωτότυπο και διασκεδαστικό πανόραμα της ιστορίας της φιλοσοφίας – ιδιαίτερα δε για όσους αγαπούν εξίσου και τα κόμικς.
Action Philosopher Berkeley

Prison Competition Entry

March 21, 2009

archival