From Cockpits to the Anatomy Theatre

June 29, 2010

H[owlett]’s The Royal Pastime of Cockfighting (London, 1709)”]
Plans and Elevation of Inigo Jones’s design for the Barber Surgeons’ Anatomy Theatre (1636). Provenance: Worcester College, Oxford

Από: Modelling the anatomy theatre and the indoor hall theatre: Dissection on the stages of early modern London

Christian Billing, 
Department of Drama, University of Hull


June 16, 2010

Υποσημείωση στο Τεχνούργημα του Αστικού Χρόνου:

He who every morning plans the transaction of the day and follows out that plan, carries a thread that will guide him through the maze of the most busy life. But where no plan is laid, where the disposal of time is surrendered merely to the chance of incidence, chaos will soon reign.

Victor Hugo (1802 – 1885)


Fold-Out Notes

June 13, 2010


found a map-index

May 30, 2010

map-index

Το υπόμνημα που βρέθηκε σε ένα συμβατικό χάρτη παρουσιάζει με αφηγηματική λογική τους συμβολισμούς φυσικών και τεχνητών τοπιακών αποσπασμάτων. Δεν περιορίζεται στην αναπαραστατική λειτουργία όπου το κάθε σημείο, σημαίνει το πραγματικό του αλλά εμφανίζει και την πιθανή σχέση ανάμεσα τους. Σε αντιπαράθεση με το ομοιογενές πεδίο του χάρτη, όπου το κάθε σημείο μπορεί να βρεθεί σε οποιαδήποτε θέση και σχέση με τα υπόλοιπα, και όπου το συμβατικό υπόμνημα φροντίζει μόνο για την επάρκεια (αναγνωσιμότητα=legibility) του κάθε σημείου ξεχωριστά, ο πιο πάνω χάρτης-υπόμνημα προετοιμάζει για το αναπαραστατικό έλλειμμα της χαρτογραφικής απεικόνισης διαμορφώνοντας ένα εσωτερικό αφηγηματικό σχήμα που υποβοηθάει την ανάγνωση της πραγματικότητας διαμέσου του χάρτη.

Καταχώρηση #124 στο population of fragments: the notebook of a post graduate seminar in NTUA


Bomb Phenomenology

May 29, 2010

Το βιβλίο από το εξώφυλλο

May 16, 2010

Ο Le Corbusier στην Αθήνα 99 χρόνια μετά το ταξίδι της Ανατολής

Η διαγώνιος του Le Corbusier: στην Αθήνα 99 χρόνια μετά το πρώτο ταξίδι from Stelios Giamarelos on Vimeo.

Το βράδυ της περασμένης Πέμπτης 13 Μαϊου 2010, είχα την χαρά να συμμετέχω στην συζήτηση που οργάνωσαν οι εκδόσεις Εκκρεμές στην Στοά του Βιβλίου, με αφορμή την έκδοση του καινούριου βιβλίου του Παναγιώτη Τουρνικιώτη, Η Διαγώνιος του Le Corbusier (Αθήνα: Εκκρεμές 2010). Υπό τον συντονισμό του Δημήτρη Φατούρου, συζητήσαμε με τον Γιάννη Τσιώμη, τον Ανδρέα Κούρκουλα, τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη και τον συγγραφέα για τον “Le Corbusier στην Αθήνα 99 χρόνια μετά το ταξίδι της Ανατολής”. Παραθέτω το σχετικό “πειρατικό” video της δικής μου συμβολής.


Cause I got Bored…

May 11, 2010

Το Τεχνούργημα του Αστικού Χρόνου

May 8, 2010

Μπορούμε να φανταστούμε το μυθοπλαστικό κωδωνοκρούστη της Παναγίας των Παρισίων του Victor M. Hugo, να εξετάζει το πέρασμα της ημέρας μέσα από τις σκιές στη γεωμετρία του γοτθικού ναού και να σημαίνει ανάλογα τις καμπάνες, που με τη σειρά τους συγχρόνιζαν τις ημερήσιες δραστηριότητες της πόλης του Παρισιού. Σε αυτό το σύμπλεγμα κτιρίου-ανθρώπου, η κίνηση της γης σε σχέση με τον ήλιο, μεταφράζεται σε μια διαβάθμιση σκιών που διαβάζει ο νους και ακολούθως εκπέμπεται ως ηχητική πληροφορία στο εξωτερικό. Ο μητροπολιτικός ναός, με χειριστή τον Κουασιμόδο, συνιστούσε ένα κέντρο ελέγχου του αστικού χρόνου. Μέσα από την ιλιγγιώδη εξέλιξη των πόλεων, εμφανίστηκαν κατά καιρούς υλικές εφευρέσεις και νοητικά εργαλεία που «μηχάνευσαν» μια τέτοια έννοια του χρόνου, ώστε να καταστεί δυνατή η εξόρυξή του σα μετρήσιμο μέγεθος. Έτσι, μπορούμε να προσεγγίσουμε τον αστικό πολιτισμό σαν ένα εργαστήριο αποτύπωσης του χρόνου και ταυτόχρονα σαν ένα εργοστάσιο παραγωγής των μονάδων του. Όπως οι χαρτογραφήσεις της γης άνοιξαν τον δρόμο σε σχεδιασμούς του τόπου, οι αναπαραστάσεις του χρόνου οδήγησαν στη γέννηση ενός σιωπηλού προγράμματος χρήσης του χώρου -του ημερολογίου. Με αυτό το σύστημα ανά χείρας, μετριούνται ακόμη οι διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής.
Η εποπτεία του χρόνου στους προϊστορικούς καιρούς συνδεόταν με την περιοδική εμφάνιση καιρικών φαινομένων, εναλλαγές γεωγραφικών στοιχείων, κύκλους ζωικών συμπεριφορών και κινήσεις αστρικών σωμάτων. Το έδαφος εξήγαγε την έννοια του «οργανικού χρόνου». Όλοι αυτοί οι ρυθμοί του περιβάλλοντος -γης και ουρανού- περισυλλέχτηκαν στα αρχέγονα «γεωγραφικά ημερολόγια». Η εμπειρική αίσθηση της φθοράς έφερνε πιο κοντά τους ανθρώπους με την έννοια ενός μη αναστρέψιμου μηχανισμού, ενώ οι προγονικές γραμμές αναπαραστάθηκαν σε σειρές φυλαχτών και διαστρωματώθηκαν σε τοτεμικά μνημεία, μετρώντας έτσι το πέρασμα του χρόνου. Η μανιώδης συλλογή και σώρευση υλικών, γενεών, παραδόσεων και ήχων όρισαν γραμμές στο χώρο, έτσι ώστε να μπορεί να γίνεται αναδρομή σε πρότερες καταστάσεις του. Αυτή η χάραξη γραμμών θα μετασχηματιζόταν, μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, από ένα «μέσο αποθήκευσης του χρόνου» σε μια μέθοδο συγχρονισμού που θα στοίχειωνε τον αστικό νου μέχρι σήμερα.
Μέσα στα μεσαιωνικά μοναστήρια των Βενεδικτίνων, -κτιριακά ανάλογα ωρολογιακών μηχανισμών- ο χρόνος μετεγγράφηκε σταδιακά σε ένα κτιστό πρόγραμμα. Τα ίδια αυτά τα κτίρια φτιάχτηκαν με τρόπο ώστε να ελέγχουν την ημερήσια κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού, να διανέμουν γραμμές τελετουργικών, ροές προσευχών, στοχασμών και ύμνων. Είναι σαν να επέλεξαν, ως μια εκδοχή ασκητισμού, την αυτοματοποίηση του σώματος διαμέσου της υποταγής του σε ένα ημερολογιακό πρωτόκολλο. Τo horarium, ήταν ένα τέτοιο διατυπωμένο σύνολο κανονισμών που συντάχθηκε για την εποικοδομητική αξιοποίηση του χρόνου -του «εκ Θεού διδομένου»-, ορίζοντας αυστηρά τις χρονικές περιόδους για τον ύπνο, την εργασία, την προσευχή, το φαγητό. Μέσα σε αυτές τις «μηχανές» λοιπόν, τα ιερά κείμενα προβλήθηκαν σε ένα συλλογικό χωρικό ημερολόγιο, μονωμένο με τείχη από τους προαναφερθέντες γεωγραφικούς χρονισμούς της γης.
Οι καμπάνες, έπειτα από μια διαδικασία «απομάγευσης του χρόνου» αντικαταστάθηκαν από ένα βουητό μηχανών που συντηρούν και συγχρονίζουν τη ζωή στην πόλη. Ο κινούμενος ιμάντας μεταφοράς του εργοστασίου -ως άλλη μια ενσάρκωση γραμμής χρόνου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα- αποτέλεσε ένα νέο σύμβολο της ροής της παραγωγής και ως συνέπεια της μέτρησης του χρόνου. Οι σταθμοί των τρένων, ο τηλέγραφος, το ταχυδρομείο, οι σταθερές ροές εφοδιασμού των πόλεων με υλικά, πληροφορία ή έργο συγχρόνισαν τα μέλη της αναδυόμενης βιομηχανικής πόλης σε κοινές αναπνοές. Και το πιο σημαντικό: όλες αυτές οι τεχνητές περιοδικές κινήσεις μηχάνευσαν μια έννοια κανονικότητας που συγκρότησε την καθημερινότητα, ίσως η μεγαλύτερο επίτευγμα του αστικού πολιτισμού, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Η. Lefebvre. Κάπως έτσι αναδύθηκε το βέβαιο και το επαναλαμβανόμενο της καθημερινής ζωής, η πίστη πως αυτή μπορεί να αντιγράφεται αναλλοίωτη -για πάντα. Μέσα στον μικρόκοσμο της καθημερινότητας ο χρόνος προσαρμόστηκε στις διαστάσεις της οικιακής ζωής, ενός ελεγχόμενου περιβάλλοντος μακριά από τα ανεξέλεγκτα ατυχήματα των φυσικών φαινομένων.
Αν ο 19ος και ο 20ος αιώνας υπήρξαν οι κατεξοχήν μηχανοκεντρικοί αιώνες, η αστική κουλτούρα του 21ου αιώνα περιστρέφεται όσο ποτέ άλλοτε γύρω από την προσεκτική ρύθμιση του ωραρίου, μέχρι τον προγραμματισμό ολόκληρων ζωών. Το ημερολόγιο μεταπίπτει από έναν απλό κατάλογο των πεπραγμένων, σε μια επιφάνεια προβολής της επιθυμίας, των στόχων και κυρίως της μελλοντικής εκδοχής μιας ανθρώπινης ζωής. Στην εποχή μας πραγματευόμαστε ένα λεπτομερή σχεδιασμό της αυτοβιογραφίας μας, παρακολουθώντας και καταγράφοντας κινήσεις και πράξεις. Εξοικειωνόμαστε με ένα συγκεκριμένο ημερολόγιο όταν είμαστε ακόμη νέοι, συγκρατώντας έτσι μια νοητική εικόνα του ετήσιου χάρτη, μαζί με τη οργάνωσή του σε εποχές, μήνες και μέρες. Το κατριγιέ του ημερολογίου συνιστά για τον αστικό χρόνο, ότι συνιστούσαν τα πρώτα τείχη και οι χαράξεις της πόλης για την οργάνωση του χώρου. Το παραδοσιακό ετήσιο ημερολόγιο λειτουργεί ήδη ως ένα εργαλείο κατοίκησης: στην επιφάνεια του αναδιπλώνονται κάθε είδους δραστηριότητες, μετακινήσεις, γιορτές, συναντήσεις και αστικές ρυθμικές λειτουργίες που περιστρέφονται γύρω από τους πυρήνες κατοίκησής μας. Τα ημερολόγια έτσι μπορούν να αποτελέσουν τα σχέδια και τις αποτυπώσεις του σύγχρονου κατοικήσιμου χώρου, ιδωμένου σαν μια νοητή γεωγραφία από γραμμές χρόνου, συνήθειες, ρυθμούς και συγχρονισμούς. Το σπίτι εκεί μετατρέπεται σε ένα παρατηρητήριο της ξεδίπλωσης του αστικού χρόνου, όπως ακριβώς λειτουργούσε ο ναός της Παναγίας των Παρισίων -στην πρώτη παράγραφο- από τη μεριά του έμπειρου χειριστή του.
Παρακολουθήσαμε μια συνοπτική εξέλιξη του ημερολογίου μέσα από τις διαφορετικές μορφές του ανά εποχή: από τα γεωγραφικά στα κτιστά ημερολόγια, από εκεί στα μηχανογενή και τέλος στα προγραμματικά ημερολόγια. Ίσως ήρθε η ώρα να φαντασιωθούμε ένα ημερολόγιο του μέλλοντος, τόσο περίτεχνο τεχνολογικά, τόσο περιεκτικό σε πληροφορία και τόσο προσωπικό, ώστε να καθίσταται ένα πραγματικό απόσταγμα μιας ανθρώπινης ζωής, έτσι όπως καμία μαρτυρία, ανάμνηση ή βιογραφία κατάφερε να λειτουργήσει στο παρελθόν. Εκεί, ένα πρόσωπο στο παρόν του θα εμφανιζόταν σαν το οργανικό αποτέλεσμα μιας σειράς αναμνήσεων- καταγραφών και ταυτόχρονα ως η αιτία για τη μελλοντική προσχεδιασμένη εικόνα του. Από την άλλη, μπορεί να αφήσουμε την αυτοαναφορική καταγραφή και συλλογή χρονικών στιγμών για χάρη μιας ελεύθερης περιπλάνησης μεταξύ των γεγονότων, απελευθερωμένοι από το άγχος της απαθανάτισης της καθημερινότητάς μας. Το αν θα επιστρέψουμε σε μια αρχέγονη βύθιση στο άπειρο του μη δομημένου χρόνου, ή αν θα μάθουμε να υποδιαιρούμε ολοένα και περισσότερο το υπόλοιπο της ζωής μας ώστε να συνθέτουμε προνοητικά το μέλλον, θα εξαρτηθεί από τις μορφές που θα πάρει ο χρόνος στο σύγχρονο αστικού νου. Ας αναμένουμε υπομονετικά επαναστάσεις ανάλογες με εκείνες που μετέτρεψαν την εικόνα σε κινηματογραφική προβολή ή το πορτραίτο του μοντερνισμού σε νεφέλωμα- ένα νόημα σε κίνηση.- 17-4-2010

Φορητό ημερολόγιο της παλαιολιθικής εποχής. (32,000 π.Χ.)

http://issuu.com/mikaboo/docs/urban_time


Στα ίχνη ενός φιλόσoφου του τόπου

March 20, 2010

Την Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009, η Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ φιλοξένησε τη διάλεξη του Καθηγητή Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Τασμανίας, Jeff Malpas, με θέμα: «Κατοίκηση, Τόπος, Κόσμος: Εισαγωγή στην Τοπολογία του Heidegger». Από τους γνωστότερους διεθνώς μελετητές του Γερμανού φιλοσόφου, ο Malpas στη διάλεξη του επιχείρησε να ιχνηλατήσει τη διαμόρφωση και σταδιακή επεξεργασία της έννοιας του τόπου εντός του πλαισίου της φαινομενολογίας που εισηγήθηκε ο Heidegger στη συνολική διάρκεια του έργου του. Θεωρώντας ότι έτσι συγκροτείται ένα είδος «νοητικού χάρτη» της εξέλιξης μιας σκέψης, ενός χάρτη που μπορεί και να φανεί χρήσιμος σε αρχιτέκτονες που επιμένουν να ανησυχούν και φιλοσοφικά, προτιθέμενοι να μελετήσουν και να εμβαθύνουν, πόσω μάλλον σε ένα θέμα που έτσι κι αλλιώς επιστρέφει διαρκώς, ιδιαίτερα έντονα δε στην μεταπολεμική προβληματική του αρχιτεκτονικού λόγου, καταθέτω εδώ σε διαγραμματική μορφή την ανάπτυξη του κεντρικού επιχειρήματος της διάλεξης αυτής.

Σύμφωνα με τον Malpas λοιπόν, πιθανώς σφάλλουμε όταν, κατά τα ειωθότα,  θεωρούμε τον Heidegger ως τον κατεξοχήν φιλόσοφο του Είναι. Ο Αυστραλός ερμηνευτής θεωρεί πολύ πιο γόνιμο να τον προσεγγίσουμε ως τον κατεξοχήν φιλόσοφο του τόπου. Στηρίζει την ερμηνεία του αυτή στην ανασκόπηση που επιχειρεί ο ίδιος ο Heidegger στο σύνολο του έργου του στα «Σεμινάρια Le Thor» του 1969. Ο ίδιος ο Γερμανός στοχαστής διακρίνει εκεί τρεις βασικές κατευθύνσεις της διαδρομής της σκέψης του, που αποτέλεσαν και τις κεντρικές θεματικές της φιλοσοφικής του διερεύνησης: (α) Νόημα, (β) Αλήθεια (ως το 1942) και (γ) Τόπος. Ο ίδιος ορίζει την «Τοπολογία του Είναι» ως σημείο τελικής κατεύθυνσης της σκέψης του.

Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης του ύστερου Heidegger, o Malpas ξαναδιαβάζει όλα τα προγενέστερα κείμενά του, προκειμένου να υφάνει αναδρομικά το νήμα της διαμόρφωσης αυτής της χαϊντεγγεριανής τοπολογίας. Στην πορεία αυτή, εντοπίζει τις εξής σημαντικές στάσεις:

1923/ Ontology: The Hermeneutics of Facticity – Ήδη από το κομμάτι του κειμένου αυτού που αναλύει φαινομενολογικά τη σχέση μας με ένα τραπέζι, μπορούμε να επιχειρήσουμε να σκεφτούμε ανάλογα και το αρχιτεκτόνημα. Υπό τη χαϊντεγγεριανή προοπτική, η αρχιτεκτονική θα συνιστούσε μάλλον ένα κόμβο, μία άρθρωση που κάνει τα πράγματα να «έλθουν κοντά». Το πράγμα είναι αυτό που κάνει τον κόσμο (ως συσχετιστική ολότητα) να υπάρχει. Η βασική ιδιότητα των πραγμάτων στη σκέψη του Heidegger είναι να “περισυλλέγουν”, συγκροτώντας έτσι συσχετισμούς.

1926/ Είναι και Χρόνος Σύμφωνα με την ανάγνωση του Malpas, ο Γερμανός στοχαστής δεν κάνει εδώ, όπως ο ίδιος νομίζει, επίκεντρό του τη χρονικότητα, αλλά την ιδέα του τόπου. Ο κόσμος στον Heidegger συγκροτείται σχεσιοκρατικά στη βάση δραστηριότητων. Όταν ο Heidegger αναδεικνύει το εργαστήρι του τσαγκάρη ως παραδειγματική έκφραση συγκρότησης ενός κόσμου στη βάση της χρονικότητας του αποβλεπτικού, ο Malpas βλέπει ακριβώς την χωρική οργάνωση του τόπου. Είναι και Χρόνος δεν μπορεί παρά να σημαίνει τελικά Τόπος, καθώς ο τελευταίος αποτελεί συμβάν της σύζευξης δραστηριότητας και χρόνου.

1929/ Kant and the Problem of Metaphysics

Ο Γερμανός στοχαστής Martin Heidegger θα έπρεπε να θεωρείται ο κατεξοχήν φιλόσοφος του τόπου, σύμφωνα με τον Jeff Malpas.

1936/ 8 Contributions to Philosophy (Beiträge) – Είναι, Τόπος, Κόσμος δεν είναι κόσμοι που ο άνθρωπος κάνει να υπάρχουν. Απεναντίας, αυτά ακριβώς είναι που επιδρούν στον άνθρωπο. Έτσι, ο κόσμος όντως επισυμβαίνει – όχι όμως από κάτι που γίνεται εντός του (δηλ. την ανθρώπινη δραστηριότητα). Απορρίπτει έτσι ο Heidegger οποιουδήποτε είδους κατασκευασιοκρατία και προκρίνει μία οντολογία σχεσιοκρατική – και όχι υποκειμενιστική.

1951/ Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι – Η απόλυτη σχέση του γνωστού χαϊντεγγεριανού τετραμερούς (θνητοί-θεοί, γη-ουρανός) που περιγράφεται στο Κτίζειν Κατοικείν Σκέπτεσθαι συμβαίνει πάντα μέσω ενός πράγματος, το οποίο ακριβώς και την αποκαλύπτει. Όλα τα στοιχεία του τετραμερούς στηρίζονται αλλά και εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Απουσία του ενός και μόνο από αυτά θα αρκούσε για να μην υπάρχει τίποτα. Η αρχιτεκτονική λοιπόν δεν μπορεί παρά να ποιεί τόπους και ταυτόχρονα να ανταποκρίνεται στον τόπο. Πρόκειται δηλαδή για μία διαλεκτική δραστηριότητα σε διαρκή εμπλοκή και συνάφεια με τον κόσμο και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για την επιβολή ενός συγκεκριμένου οράματος από την πλευρά του δημιουργού. Ο Heidegger μάλιστα στη συγκεκριμένη περίσταση συνέγραψε τη συγκεκριμένη διάλεξη με ρητή την πρόθεση να απαντήσει κριτικά στους μεταπολεμικούς αρχιτέκτονες του Διεθνούς Στυλ.

1959/ Η χαϊντεγγεριανή έννοια του Gelassenheit δε θα έπρεπε να συγχέεται με την παθητικότητα. Είναι μία κατεξοχήν ενεργητική στάση, καθώς, όπως είδαμε νωρίτερα, προϋποθέτει την εμπλοκή με τον κόσμο, μία στάση που δεν επιβάλλεται επ’ αυτής της σχέσης αλλά συμπνέει μαζί της.

1969/ Seminar in Le Thor

Αν και το ερώτημα του τρόπου με τον οποίο η σκέψη του Heidegger μπορεί να τροφοδοτήσει τον αρχιτέκτονα της σύγχρονης εποχής παραμένει ανοιχτό, η απάντησή του δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει μία εναργή ερμηνευτική απόδοση του έργου του. Εκεί ακριβώς είναι που φαίνεται και να συμβάλλει η εργασία του Malpas και να εμπλουτίζει τον ορίζοντα της κατανόησής μας ενός από τους πλέον σημαντικούς φιλοσόφους του περασμένου αιώνα.


Σημειώσεις από μία διάλεξη για την ποίηση και την αρχιτεκτονική

February 15, 2010

Το βράδυ της 21ης Οκτωβρίου 2009, στο Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή, φιλοξενήθηκε η διάλεξη του Παναγιώτη Τουρνικιώτη με θέμα «Ποίηση και αρχιτεκτονική». Παρακάτω θα ήθελα να μοιραστώ τις σημειώσεις που κράτησα από τη βραδιά εκείνη και να παραθέσω κάποιες δικές μου σκέψεις στον απόηχο της διάλεξης αυτής.

Μετά από κάποιες πιο γενικές εισαγωγικές παρατηρήσεις για τη δυνατότητα διαμόρφωσης σχέσεων μεταξύ αρχιτεκτονικής και ποίησης, αλλά και ποίησης και αρχιτεκτονικής – μία από τις οποίες επικεντρώθηκε στον ομηρικό ημίθεο Πρωτεσίλαο της β’ ραψωδίας (που σκοτώνεται «πρώτος προτού ολοκληρώσει το σπίτι του») και τον παραλληλισμό ενός ημίθεου με ένα ημιτελές αρχιτεκτόνημα – η διάλεξη διαρθρώθηκε θεματικά, αλλά και γεωγραφικά, σε δύο μέρη.

Στο πρώτο διερευνήθηκε η σχέση που διατηρούν με τον ποιητικό λόγο οι έλληνες αρχιτέκτονες, Δημήτρης Πικιώνης και Άρης Κωνσταντινίδης, καθώς και εκείνη που αναπτύσσουν με την αρχιτεκτονική επίσης έλληνες ποιητές. Δεν παραλείφθηκε η αναφορά σε ποιητικές απόπειρες δασκάλων αρχιτεκτονικής, όπως ο Π. Μιχελής (Ανάθεμα, Δήλος Άδηλος) και Δ. Α. Φατούρος (Δοκίμια Ποίησης, Στο Μεταίχμιο).

Στο «Πρόβλημα της Μορφής», το εκτενέστερο δοκίμιο του Δημήτρη Πικιώνη, που διερευνά την παράδοση στην ελληνική, φράγκικη και μουσουλμανική εκδοχή της, ακριβώς για να φτάσει τελικά να συγκροτήσει τη δική του πρόταση για την σύγχρονη αρχιτεκτονική, η ποίηση (ήδη παρούσα στην προμετωπίδα του κειμένου, πριν την ξανασυναντήσουμε στο κυρίως σώμα του) προκρίνεται ως ο ιδανικός κριτής της μορφής, καθώς η τελευταία δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μελωδία σχημάτων ποιητική». Οι ποιητές είναι αυτοί που είδαν ορθά, καθώς πρόβαλαν, μέσα από λέξεις και παρομοιώσεις, εικόνες-πλαστικά επιτεύγματα. Είναι ακριβώς στην ποίηση που συνοψίζεται με ιδεώδη τρόπο η αναζήτηση του αληθινού του κάθε λαού.

Στο σώμα του κειμένου της Σύγχρονης αληθινής αρχιτεκτονικής του Άρη Κωνσταντινίδη, εντοπίστηκαν 100 συνολικά παραθέματα, 21 από τα οποία προέρχονται από την πένα λογοτεχνών και ποιητών, οι οποίοι ακριβώς «επειδή είναι ποιητές», βλέπουν τις αιώνιες και πάντα σύγχρονες αλήθειες. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι [«Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», Στοχασμοί του ποιητή (μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά). Ποιήματα. Ίκαρος, 1961] του Δ. Σολωμού αποτελούν βασική πηγή των δέκα δικών του παραθεμάτων.

Από την αντιπαράθεση των κειμένων των δύο ελλήνων αρχιτεκτόνων προκύπτει μία κοινή προσέγγισή τους αναφορικά με την σχέση του αρχιτέκτονα με το βάθος του χρόνου: Δημήτρης Πικιώνης και Άρης Κωνσταντινίδης αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα γραφτά και στα κτισμένα του παρελθόντος. Δίνουν και οι δύο την απάντηση, που είναι «της ψυχής [τους] το μέτρο».

Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον εστιάστηκε στον ποιητικό λόγο που στράφηκε στην αρχιτεκτονική, κυρίως κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Μέσα από τα Ποιήματα του 1933 του Οδυσσέα Ελύτη αναδύεται το ελληνικό καλοκαίρι και συνάμα η λατρεία για την μητρόπολη που καταφθάνει (σε μία σχέση ταυτοχρονίας με το 4ο CIAM που φτάνει στην Ελλάδα, εστιάζοντας περίπου στα ίδια θέματα εκείνη την εποχή). Η αισιόδοξη εκδοχή του νέου μητροπολιτικού βίου, όπως αυτή συνοψίζεται στον ιδεότυπο της πολυκατοικίας, θα αποκτήσει την ποιητική της μορφή και στο έργο του Πάνου Σπάλα (1938). Και ενώ η Σινώπη παρουσιάζεται ως η αόρατη πόλη της ιδανικής ουτοπίας στην ποιητική συλλογή Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν του Ν. Εγγονόπουλου, στην Οκτάνα του Α. Εμπειρίκου η αναφορά στο πολεοδομικό ανάλογο είναι κυριολεκτική: Η νέα πόλις, απ’ όπου εξορίζονται τα μαθηματικά και η αυστηρότητα της ορθής γωνίας, θα κτιστεί από όλους τους ανθρώπους κι όχι από αρχιτέκτονες, πάσχοντες από φιλαυτία. Σε αντίθεση, όμως, με τις περιπτώσεις Πικιώνη-Κωνσταντινίδη, η αρχιτεκτονική δεν αποτελεί για τους ποιητές την μόνη εκείνη περιοχή που θα επικυρώσει και την μόνη αναντίρρητη αλήθεια των δικών τους λόγων. Παρέχει απλά αφορμές από την πραγματικότητα της επικαιρότητας.

Το δεύτερο μέρος της διάλεξης επικεντρώθηκε στον Le Corbusier. Επιχειρήθηκε η σύνδεσή του με «Το Κοράκι» (1845) του Edgar Allan Poe «Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης» (1846). Εκεί ο Poe αναλύει τη συνθετική διαδικασία, μεταφράζοντας τη δυνάμει σε επίλυση μαθηματικού προβλήματος.

Εικονογράφηση του Gustave Doré για το Κοράκι του Ε. Α. Poe.

Στο έργο του, Poésie sur Alger, ο Le Corbusier, που αντιμετωπίζει την ποίηση ως ζωογόνο δύναμη των λαών, εικονογραφεί το πολεοδομικό του όραμα με ποιητικές εικόνες. Η ποίηση του Αλγερίου δεν είναι τίποτε άλλο από το ρυθμιστικό του σχέδιο, που αναμένει την ενσωμάτωσή της στα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά γεγονότα του Αλγερίου. Στη συλλογή λιθογραφιών και ποιημάτων, Le poéme de l’ Angle Droit, λόγος και εικόνα συγκροτούν μία ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική, την αρχιτεκτονική-ποίημα που κατορθώνει να συγκεράσει περιβάλλον, πνεύμα, σάρκα, χαρακτήρα και εργαλεία. Ο Le Corbusier επεξεργάζεται τους όρους της αρχιτεκτονικής σύνθεσης εντός μιας ευρύτερης ποιητικής-πολιτισμικής παραγωγής. Φτάνοντας στο τέλος της διάλεξης, ποίηση και αρχιτεκτονική αναδείχθηκαν να συναντιούνται στον κοινό τους παρονομαστή, αυτόν των τεχνών του δημιουργείν. Δεν είναι δε απολύτως ξεκάθαρη και δεδομένη η συγκρότηση μίας στενότερης σχέσης τους, καθώς δε φαίνεται να μπορεί να αναπτυχθεί ένα σύστημα «ένα-προς-ένα» αντιστοίχησης και στενότερης σύνδεσης των δύο. Ακριβώς, όμως, σε αυτή την εν εντάσει αλληλεπίδραση της διαφοράς έγκειται και το ενδιαφέρον της συνάντησης ποιητικού και αρχιτεκτονικού λόγου.

Νομίζω, όμως, ότι τα δύο μέρη της ομιλίας εκβάλλουν συμπερασματικά και σε μία περαιτέρω προβληματική: Στην περίπτωση Πικιώνη και Κωνσταντινίδη που εξετάστηκε στο πρώτο μέρος, η προσφυγή στην ποίηση αναζητά στην ουσία το θεμέλιο του αληθινού που θα αναλάβει και το βάρος της ανέγερσης του προσωπικού αρχιτεκτονικού λόγου στη συνέχεια, ενώ η ποίηση δε φαίνεται να αξιώνει κάτι τέτοιο προσφεύγοντας στην αρχιτεκτονική (πλην ίσως μίας ακόμη καθαρά θεματικής αφορμής εκδίπλωσης του δικού της λόγου). Υπό αυτή την έννοια, η αρχιτεκτονική φαίνεται να υστερεί σε σχέση με τον ποιητικό λόγο, τον οποίο και χρειάζεται για να την θεμελιώσει. Στην περίπτωση, όμως, του συσχετισμού του Le Corbusier με τον Poe παρατηρούμε ότι και οι δύο δημιουργοί επιχειρούν να θεμελιώσουν τους λόγους τους στις μαθηματικές αναλογίες των αρμονικών σχέσεων και των πλατωνικών στερεών, των ίδιων δηλαδή μαθηματικών που υπενθυμίζουμε ότι ο Εμπειρίκος εξοστράκιζε από την Οκτάνα του (εκδικούμενος πιθανώς έτσι και τον Πλάτωνα που θα τον είχε επίσης εξορίσει από τη δική του Πολιτεία). Σε ένα τέτοιο πεδίο, η αρχιτεκτονική θα ανακτούσε μία προνομιακή σχέση έναντι της ποίησης, καθώς η ίδια διατηρεί τη δική της ισχυρή σύνδεση με τα μαθηματικά ως εργαλεία χειρισμού βασικών μετρικών σχέσεων των χώρων. Είναι πολύ δυσκολότερο για τον Poe να μεταγράψει ολοκληρωτικά το Κοράκι σε μαθηματική εξίσωση. Στον απόηχο της διάλεξης αυτής, θα είχε λοιπόν ενδιαφέρον να συνεξετάζαμε πώς θεμελιώνουν και οι νεοέλληνες ποιητές τον δικό τους λόγο.Ο Le Corbusier και το ποίημα της ορθής γωνίας